προβλεψιμότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή ποιότητα του να μπορεί να εκτιμηθεί με κάποια βεβαιότητα η μελλοντική συμπεριφορά, εξέλιξη ή έκβαση ενός φαινομένου, συστήματος ή γεγονότος.
Συνώνυμα
προγνωσιμότητα προβλεπτότητα αναμενιμότητα αναμενότητα πρόβλεψη συνέπεια σταθερότητα επαναληψιμότητα
Αντώνυμα
απροβλεψιμότητα αβεβαιότητα τυχαιότητα έκπληξη γύρισμα τυχαίοτητα δημιουργικότητα αστάθεια μεταβλητότητα χαοτικότητα σύμπτωση ανασφάλεια αυθορμητισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς του συνεργάτη διευκολύνει τη συνεργασία.
- Χρειάζεται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις οικονομικές προβλέψεις για να πάρουμε σωστές αποφάσεις.
- Στον προγραμματισμό, η προβλεψιμότητα των συναρτήσεων καθιστά ευκολότερο τον εντοπισμό σφαλμάτων.
- Η κλιματική αλλαγή μειώνει την προβλεψιμότητα των καιρικών φαινομένων στην περιοχή μας.
- Η εταιρεία βελτίωσε τη διαχείριση αποθεμάτων ώστε να αυξήσει την προβλεψιμότητα στις παραδόσεις.