αβεβαιότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα έλλειψης βεβαιότητας σχετικά με την ακρίβεια, την εγκυρότητα ή την έκβαση πληροφοριών, γεγονότων ή προβλέψεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
βεβαιότητα σιγουριά διάγνωση διαβεβαίωση πρόβλεψη εμπιστοσύνη γνωμάτευση διασφάλιση υπολογισμός σαφήνεια ασφάλεια σταθερότητα προβλεψιμότητα αξιοπιστία γνώμη διευκρίνιση ακρίβεια πιθανότητα προφητεία εντοπισμός αποφασισμός αποφασιστικότητα προσδιορισμός πεποίθηση εγγύηση εξασφάλιση βούληση μέτρηση ευκρίνεια πλοήγηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αβεβαιότητα για το μέλλον προκαλεί άγχος σε πολλούς νέους.
- Οι επενδυτές ανησυχούν λόγω της αβεβαιότητας στην αγορά.
- Στην επιστημονική έρευνα, η αβεβαιότητα των μετρήσεων απαιτεί προσοχή.
- Η νομική αβεβαιότητα μπορεί να επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων.
- Μετά την ανακοίνωση, επικράτησε αβεβαιότητα σχετικά με τις λεπτομέρειες του σχεδίου.