μονιμότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να παραμένει κάτι σταθερό και διαρκές για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να υπόκειται σε προσωρινές ή συχνές μεταβολές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
προσωρινότητα παροδικότητα εφήμεροτητα αστάθεια αλλαγή συγκυρία εναλλαγή μεταστροφή μεταβλητότητα μεταβατικότητα ανταλλαγή περιπλάνηση χρόνος ταξίδι περιοδεία κωλοτούμπα μετάβαση οδοιπορικό παραλλαγή μεταβολή μετακίνηση οδοιπορία τροχιά διαδοχή
Παραδείγματα χρήσης
- Οι εκπαιδευτικοί αγωνίζονται για την μονιμότητα στη θέση τους.
- Η μονιμότητα των κλιματικών αλλαγών προβληματίζει ολόκληρο τον πλανήτη.
- Η δικαστική απόφαση απέκτησε μονιμότητα μετά τη δημοσίευσή της.
- Για να αισθανθεί ασφάλεια, αναζητά μονιμότητα στην κατοικία του.
- Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να διασφαλίσουν τη μονιμότητα των δικαιωμάτων των πολιτών.