επικινδυνότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα ενός αντικειμένου, γεγονότος ή περιστάσεως που μπορεί να προκαλέσει βλάβη, κίνδυνο ή αρνητικές συνέπειες για άτομα, περιουσία ή το περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επικινδυνότητα της κατάστασης απαιτεί άμεση παρέμβαση.
- Αξιολογήσαμε την επικινδυνότητα του έργου πριν ξεκινήσουμε.
- Ο γιατρός εξήγησε ότι η επικινδυνότητα της επέμβασης είναι μικρή.
- Οι μελέτες δείχνουν ότι η επικινδυνότητα έκθεσης σε κάποια χημικά αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου.
- Πρέπει να ενημερώσουμε τους πολίτες για την επικινδυνότητα των φυσικών καταστροφών στην περιοχή.