ασυνέπεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή χαρακτηριστικό που εκδηλώνεται ως έλλειψη σταθερότητας ή αξιοπιστίας σε λόγια, υποσχέσεις και συμπεριφορές, με αποτέλεσμα τη μη τήρηση συμφωνημένων δεσμεύσεων.
Συνώνυμα
ανακολουθία αντίφαση αναξιοπιστία αστάθεια ασυμβατότητα ανευθυνότητα αμέλεια αναντιστοιχία αργοπορία ανομοιογένεια ανομοιομορφία προχειρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασυνέπεια του υπαλλήλου στο ωράριο δημιουργεί προβλήματα στην ομάδα.
- Υπάρχει ασυνέπεια στα οικονομικά στοιχεία της έκθεσης.
- Η ασυνέπεια των δηλώσεών του έδειξε ότι κάτι κρύβει.
- Η ασυνέπεια στις αποφάσεις της επιτροπής προκαλεί σύγχυση.
- Η ασυνέπεια ανάμεσα στη θεωρία και τα πειράματα απαιτεί περαιτέρω έρευνα.