φάση
ουσιαστικό1. Στάδιο ή περίοδος σε διαδικασία, εξέλιξη ή έργο, που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, δραστηριότητες ή στόχους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρισκόμαστε στην φάση σχεδιασμού του έργου.
- Το νερό αλλάζει φάση από υγρό σε αέριο όταν βράζει.
- Δεν είμαι σε φάση να βγω απόψε.
- Ο τεχνικός μέτρησε την τάση σε κάθε φάση του ηλεκτρικού δικτύου.
- Η φάση του φεγγαριού σήμερα είναι πανσέληνος.