σιγουριά
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία ένα γεγονός, μια κρίση ή μια πρόβλεψη αξιολογείται ως σωστή ή εξαιρετικά πιθανή, χωρίς αμφιβολία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω σιγουριά ότι θα τα καταφέρεις.
- Προχώρησε στη σκηνή με σιγουριά.
- Η σιγουριά των στοιχείων με έπεισε να υπογράψω.
- Δεν νιώθω σιγουριά για την ημερομηνία του ταξιδιού.
- Η σιγουριά ενός σταθερού εισοδήματος με ανακουφίζει.