περιοδεία
ουσιαστικό1. Διαδοχική σειρά επισκέψεων σε διάφορα μέρη με σκοπό την παρουσίαση έργου, την προώθηση, την επιθεώρηση ή την εκτέλεση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, συνήθως προσωρινή και οργανωμένη.
Συνώνυμα
περιήγηση οδοιπορία γύρος τουρ εκστρατεία καμπάνια οδοιπορικό εκδρομή ταξίδι περιπλάνηση επίσκεψη περιφορά βόλτα περατζάδα περίπατος γύρα διαδρομή πορεία περιδιαβαίνηση περιοδολόγηση περίπλους
Αντώνυμα
παραμονή διαμονή μονιμότητα στασιμότητα ακινησία εγκατάσταση κατοίκηση σταθερότητα μονινοποίηση σταθμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η περιοδεία του συγκροτήματος θα ξεκινήσει τον Ιούνιο.
- Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα κάνει περιοδεία στις πληγείσες περιοχές.
- Η θεατρική ομάδα έκανε περιοδεία σε μικρές πόλεις για δύο μήνες.
- Κατά την περιοδεία στο εργοστάσιο διαπιστώθηκαν παραβιάσεις ασφάλειας.
- Η περιοδεία της έκθεσης θα περάσει από τρεις χώρες.