κρίση
ουσιαστικό1. Κατάσταση οξείας ή κρίσιμης εξέλιξης, όπου οι συνθήκες επιβαρύνουν σημαντικά την ισορροπία ενός συστήματος και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση ή απόφαση.
Συνώνυμα
επεισόδιο απόφαση εκτίμηση κριτική δοκιμασία αναταραχή αναστάτωση ταραχή δυσχέρεια κατάρρευση ύφεση χρεοκοπία επίθεση άποψη ετυμηγορία αξιολόγηση γνώμη διάκριση συντέλεια σύνεση γνωμάτευση παροξυσμός μπελάς μυαλό έκρηξη δικαιοσύνη δοκιμή αμφιταλάντευση λογισμός νοημοσύνη στέρηση σταυροδρόμι συγκυρία έξαρση χαρακτηρισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κρίση της οικονομίας επηρεάζει τις μικρές επιχειρήσεις.
- Πέρασε μια βαθιά κρίση και ζήτησε επαγγελματική βοήθεια.
- Η πανδημία προκάλεσε παγκόσμια κρίση υγείας.
- Η σχέση τους μπήκε σε κρίση όταν άρχισαν οι συνεχείς διαφωνίες.
- Σε στιγμές κρίσης παίρνουμε αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον.