στροφή
ουσιαστικό1. Αλλαγή κατεύθυνσης ή προσανατολισμού στην κίνηση ή στην πορεία ενός σώματος, οχήματος ή αντικειμένου.
2. Τμήμα δρόμου, μονοπατιού ή πίστας με καμπυλότητα που μεταβάλλει την ευθεία πορεία.
Συνώνυμα
περιστροφή μεταστροφή σειρά γύρισμα στρίψιμο καμπή αλλαγή μετάβαση εκτροπή απόκλιση γύρος γυρισμός φορά βάρδια αναδίπλωση στίχος τομή αναστροφή καμπύλη γωνία ελιγμός στρέψη στροβιλισμός βήμα κατεύθυνση κίνηση κύκλος φιγούρα παράγραφος προσανατολισμός ροπή σταυροδρόμι ανατροπή αποστασία εναλλαγή κωλοτούμπα μανούβρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσεξε, η επόμενη στροφή στο δρόμο είναι επικίνδυνη.
- Η εταιρεία έκανε μια σημαντική στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
- Η τελευταία στροφή του ποιήματος ήταν συγκλονιστική.
- Με μια γρήγορη στροφή του τιμονιού απέφυγε το εμπόδιο.
- Υπήρξε ξαφνική στροφή στη συζήτηση από το αστείο στο σοβαρό.