ανατροπή

ουσιαστικό

1. Αλλαγή της θέσης ή της ισορροπίας ενός αντικειμένου, ώστε να βρεθεί ανάποδα ή σε διαφορετική στάση από την προηγούμενη.

2. Ριζική και συνήθως ξαφνική μεταβολή της κατάστασης, του αποτελέσματος ή της πορείας γεγονότων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανατροπή του αυτοκινήτου προκλήθηκε από τον παγωμένο δρόμο.
  • Οι πολίτες φοβούνταν μια ανατροπή της κυβέρνησης.
  • Η μεγάλη ανατροπή στην ταινία άλλαξε εντελώς την ιστορία.
  • Το γκολ στο τελευταίο λεπτό προκάλεσε μια ανατροπή στο αποτέλεσμα.
  • Η τεχνολογική καινοτομία έφερε μια ανατροπή στην αγορά εργασίας.