ανασφάλεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ασφάλειας ή προστασίας, κατάσταση κατά την οποία άτομο, ομάδα ή αντικείμενο δεν είναι επαρκώς προστατευμένο από κινδύνους, απειλές ή βλάβες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανασφάλεια την έκανε να αποφεύγει νέες σχέσεις.
  • Ένιωσα ανασφάλεια όταν περπατούσα μόνος στο σκοτάδι.
  • Η ανασφάλεια για την εργασία του τον κρατούσε σε διαρκές άγχος.
  • Η ανασφάλεια του αυτοκινήτου του τον έφερε αντιμέτωπο με πρόστιμο μετά από έλεγχο.
  • Η ανασφάλεια στη γειτονιά οδήγησε σε αυξημένη παρουσία της αστυνομίας.