ιδιοσυγκρασία
ουσιαστικό1. Σταθερό σύνολο ψυχολογικών και συναισθηματικών χαρακτηριστικών ενός ατόμου που καθορίζει τις συνήθεις αντιδράσεις, τη συμπεριφορά και τον τρόπο έκφρασης συναισθημάτων.
Συνώνυμα
ψυχοσύνθεση προσωπικότητα χαρακτήρας φύση ψυχισμός διάθεση ιδιοτροπία ιδιαιτερότητα ιδιομορφία σύνθεση τρόπος κλίση μανιέρα ιδιότητα έθος ήθος ατομικότητα προδιάθεση ύφος
Αντώνυμα
ηρεμία ψυχραιμία αταραξία σταθερότητα ομοιογένεια προσαρμοστικότητα φυσιολογικότητα αρμονία συμμόρφωση υπακοή
Παραδείγματα χρήσης
- Η ιδιοσυγκρασία της καθηγήτριας είναι αυστηρή αλλά δίκαιη.
- Η ιδιοσυγκρασία του παιδιού το κάνει να ανησυχεί εύκολα.
- Η ιδιοσυγκρασία του οργανισμού της προδιαθέτει σε αλλεργίες.
- Η ιδιοσυγκρασία του χωριού διατηρεί ζωντανές τις τοπικές παραδόσεις.
- Η ιδιοσυγκρασία της σύνθεσης στο έργο του συνθέτη είναι σκοτεινή και μελαγχολική.