μεταστροφή
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της υιοθέτησης διαφορετικής στάσης, γνώμης ή συμπεριφοράς σε σχέση με την προηγούμενη, συχνά με έντονη ή αποφασιστική μεταβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σταθερότητα στασιμότητα μονιμότητα αμεταβλητότητα συνέπεια επιμονή διατήρηση αμετακίνησία σταθεροποίηση παραμονή
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεταστροφή της γνώμης του ήταν ξαφνική και απροσδόκητη.
- Η μεταστροφή του στην πίστη συνέβη μετά από χρόνια αναζήτησης.
- Η μεταστροφή του κλίματος επηρεάζει τις γεωργικές σοδειές.
- Η μεταστροφή των πολιτικών επιλογών άλλαξε το αποτέλεσμα των εκλογών.
- Η μεταστροφή της συμπεριφοράς της προέκυψε χάρη στην υποστήριξη και τη θεραπεία.