καινοτομία
ουσιαστικό1. Εισαγωγή ή δημιουργία νέας ή ουσιωδώς βελτιωμένης ιδέας, προϊόντος, υπηρεσίας ή διαδικασίας που ικανοποιεί ανάγκες, λύνει προβλήματα ή προσφέρει λειτουργικό, οικονομικό ή κοινωνικό όφελος.
Συνώνυμα
νεωτερισμός εφεύρεση επινόηση πρωτοτυπία πρωτοπορία νεωτερικότητα καινουργία εκσυγχρονισμός καινοτομικότητα νεωτερισία δημιουργικότητα εφεύρημα ανακάλυψη ανανέωση μεταρρύθμιση μετασχηματισμός αναβάθμιση επίτευγμα πειραματισμός τεχνολογία επανάσταση
Αντώνυμα
συντηρητισμός στασιμότητα παραδοσιακότητα οπισθοδρόμηση έθιμο έθος κληρονομιά παράδοση συντήρηση αναχρονισμός παλαιότητα ακινησία συνήθεια ρουτίνα σταθερότητα ομοιομορφία επανάληψη
Παραδείγματα χρήσης
- Η καινοτομία στην τεχνολογία οδήγησε σε ταχύτερα και πιο αξιόπιστα δίκτυα.
- Η εταιρεία επενδύει στην καινοτομία για να παραμείνει ανταγωνιστική στην αγορά.
- Μια καινοτομία στην εκπαιδευτική μέθοδο βελτίωσε τη συμμετοχή των μαθητών.
- Η καινοτομία στη διαδικασία παραγωγής μείωσε το κόστος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
- Η καινοτομία στην κοινωνική πολιτική προώθησε καλύτερη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.