ασχολία

ουσιαστικό

1. Δραστηριότητα ή έργο με το οποίο ένα άτομο απασχολεί τον χρόνο, την ενέργεια ή την προσοχή του, είτε για ψυχαγωγία είτε για παραγωγικό σκοπό.

2. Θέμα ή υπόθεση που ενδιαφέρει ή απασχολεί κάποιον και για το οποίο ασχολείται, μελετά ή παρεμβαίνει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ασχολία του είναι η ζωγραφική τα Σαββατοκύριακα.
  • Δεν έχω καμιά ασχολία αυτό το καλοκαίρι.
  • Η καθημερινή ασχολία με τα παιδιά απαιτεί πολλή υπομονή.
  • Έχει βρει μια σταθερή ασχολία που του δίνει εισόδημα.
  • Η ασχολία με την κηπουρική την κάνει να νιώθει ήρεμη.