ατολμία
ουσιαστικόΚατάσταση ή χαρακτηριστικό του να λείπει η τόλμη, η αποφασιστικότητα ή η προθυμία για ανάληψη κινδύνου ή δράσης.
Συνώνυμα
δειλία φόβος ντροπαλότητα απροθυμία δειλότητα επιφυλακτικότητα συνεσταλτικότητα αποθάρρυνση αδράνεια ραθυμία διστακτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ατολμία του να μιλήσει τον κράτησε πίσω στη συνάντηση.
- Η συνεχής ατολμία του φαινόταν σε κάθε δύσκολη απόφαση.
- Δεν νίκησε από έλλειψη ικανότητας, αλλά από ατολμία.
- Η ατολμία μπροστά στο άγνωστο είναι συχνή στους νέους επαγγελματίες.
- Η δική μας ατολμία καθυστέρησε την έναρξη του έργου.