άθλημα
ουσιαστικό1. Δραστηριότητα οργανωμένη γύρω από σωματική ή πνευματική άσκηση, με κανόνες και τεχνικές, που έχει στόχο τη βελτίωση της ικανότητας, την ψυχαγωγία ή τον ανταγωνισμό.
Συνώνυμα
σπορ αγώνισμα αγώνας αθλητισμός αθλοπαιδιά πρωτάθλημα γυμναστική δραστηριότητα παιχνίδι διαγωνισμός συναγωνισμός άθλος δοκιμασία μπάλα ποδόσφαιρο ασχολία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αγαπημένο μου άθλημα είναι το ποδόσφαιρο.
- Η προπόνηση για το άθλημα απαιτεί καθημερινή προσπάθεια.
- Στον διαγωνισμό, κάθε άθλημα βαθμολογείται από ξεχωριστή επιτροπή.
- Μετά από μεγάλη ασθένεια, η επάνοδος στη δουλειά ήταν πραγματικό άθλημα.
- Στον αρχαίο κόσμο, το άθλημα θεωρείτο τιμητική πράξη.