ζωηρότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση έντονης ενεργητικότητας και ζωής στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά ή στη διάθεση.

2. Ένταση και καθαρότητα στην εμφάνιση χρωμάτων, ήχων ή εικόνων που τα καθιστά πιο έντονα και εντυπωσιακά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ζωηρότητα του παιδιού έκανε το πάρτι πιο ευχάριστο.
  • Η ζωηρότητα των χρωμάτων στον πίνακα τραβάει το βλέμμα.
  • Η προσθήκη νέων ιδεών έδωσε στη συζήτηση ζωηρότητα.
  • Η ζωηρότητα της παράστασης ενθουσίασε το κοινό.
  • Η ζωηρότητα της αγοράς είναι σημάδι οικονομικής ανάκαμψης.