τεμπελιά

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα έλλειψης προθυμίας για εργασία, προσπάθεια ή δραστηριότητα, που εκδηλώνεται με αναβολή, αποφυγή υποχρεώσεων και προτίμηση στην αδράνεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τεμπελιά του τον απέτρεψε από το να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις.
  • Μην αφήνεις τη τεμπελιά να σε νικά, ξεκίνα με ένα μικρό βήμα.
  • Δεν το έκανε από τεμπελιά, αλλά γιατί δεν ήξερε πώς.
  • Τι τεμπελιά! Ξαπλώνει όλη μέρα.
  • Η τεμπελιά συχνά μεταμορφώνεται σε συνήθεια που δυσκολεύει την αλλαγή.