αβουλία

ουσιαστικό

Έλλειψη ή σημαντική μείωση της βούλησης και της ικανότητας για ανάληψη πρωτοβουλίας ή λήψη αποφάσεων, που εκδηλώνεται με απραξία, αδράνεια ή αδυναμία να ξεκινήσει ή να ολοκληρώσει ενέργειες, συχνά ως ψυχιατρικό σύμπτωμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπέφερε από αβουλία, αδυνατώντας να πάρει ακόμη και απλές αποφάσεις.
  • Η αβουλία της διοίκησης οδήγησε σε καθυστερήσεις και χάος.
  • Οι γονείς ανησυχούσαν για την αβουλία του παιδιού μετά το ατύχημα.
  • Η αβουλία μπροστά στις αδικίες φανερώνει ηθική αδυναμία.
  • Παρά τις υποσχέσεις, η αβουλία στο ζήτημα της μεταρρύθμισης συνεχίστηκε.