ετοιμότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία ένα άτομο, μια ομάδα ή ένα σύστημα βρίσκεται όταν μπορεί να δράσει άμεσα ή να ανταποκριθεί σε ανάγκη ή εντολή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ετοιμότητα του νοσοκομείου ήταν αποφασιστική κατά τη διάρκεια της κρίσης.
  • Ο στρατός τέθηκε σε ετοιμότητα λόγω της επικείμενης καταιγίδας.
  • Έδειξε πλήρη ετοιμότητα να συνεργαστεί με την ομάδα.
  • Η υπηρεσία έκτακτης ανάγκης διατηρεί ετοιμότητα 24 ώρες το 24ωρο.
  • Η ψυχική του ετοιμότητα πριν τις εξετάσεις τον βοήθησε να μείνει συγκεντρωμένος.