γυμναστική
ουσιαστικό1. Σύνολο σωματικών ασκήσεων και δραστηριοτήτων που εκτελούνται με σκοπό τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης, της δύναμης, της αντοχής, της ευλυγισίας και της γενικής υγείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάνω γυμναστική κάθε πρωί για να διατηρώ την υγεία μου.
- Το μάθημα της γυμναστικής στο σχολείο είναι υποχρεωτικό για όλα τα παιδιά.
- Η ομάδα έκανε γυμναστική στο γήπεδο πριν από τον αγώνα για προθέρμανση.
- Η γυμναστική ρυθμικής απαιτεί ευλυγισία και καλλιτεχνική έκφραση.
- Μετά από μερικούς μήνες γυμναστικής, ένιωσε πολύ πιο δυνατή.