βραδύτητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή κατάσταση του να κινείται, να ενεργεί ή να εξελίσσεται με μικρό ρυθμό ή με καθυστέρηση σε σχέση με το αναμενόμενο.
Συνώνυμα
αργοπορία καθυστέρηση επιβράδυνση βράδυνση αργότητα κωλυσιεργία αδράνεια νωθρότητα νωχελικότητα ληθαργία οκνηρία υστέρηση απραξία τεμπελιά
Αντώνυμα
ταχύτητα επιτάχυνση σβελτάδα αστραπή ορμή ευκινησία σπιρτάδα βολίδα δραστηριότητα ζωηράδα εγρήγορση ευελιξία ευχέρεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η βραδύτητα της κίνησής του μας ανησύχησε.
- Η βραδύτητα στην αποστολή των εγγράφων προκάλεσε καθυστέρηση.
- Η βραδύτητα της διαδικασίας έκανε όλους να εκνευριστούν.
- Παρά την βραδύτητα της προόδου, δεν έχασε την υπομονή του.
- Η βραδύτητα με την οποία μιλούσε έδινε έμφαση σε κάθε λέξη.