ουδετερότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να μην παίρνει θέση ή να μην εκφράζει προτίμηση, υποστήριξη ή εχθρότητα απέναντι σε πρόσωπα, ομάδες, απόψεις ή επιδιώξεις, διατηρώντας ουδέτερη στάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ουδετερότητα της χώρας κατοχυρώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες.
  • Ο διαιτητής τήρησε την ουδετερότητα του καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα.
  • Η ουδετερότητα του νερού (pH 7) αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στη χημεία.
  • Οι ακτιβιστές απαιτούν νομοθεσία για την προστασία της ουδετερότητας του Διαδικτύου.
  • Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης οφείλουν να διατηρούν την ουδετερότητα στην παρουσίαση των ειδήσεων.