αεργία
ουσιαστικό1. Κατάσταση έλλειψης εργασίας ή απασχόλησης ενός ατόμου, κατά την οποία δεν εκτελείται επαγγελματική ή παραγωγική δραστηριότητα.
Συνώνυμα
απραξία αδράνεια τεμπελιά ραστώνη ραθυμία οκνηρία ανεργία αργία λούφα ανενεργότητα χασομέρι κωλυσιεργία αναβλητικότητα νωθρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια της συντήρησης υπήρξε πλήρης αεργία των μηχανών.
- Η παρατεταμένη αεργία πλήγωσε το ηθικό των εργατών.
- Οι επιστήμονες παρατήρησαν αεργία σε ορισμένα γονίδια υπό αυτές τις συνθήκες.
- Σε περιόδους ύφεσης, η αεργία των νέων αποτελεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα.
- Προτιμώ να γεμίζω τον χρόνο μου δημιουργικά παρά να παραμένω σε αεργία.