αφύπνιση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή οργανισμός παύει να βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου και επανέρχεται στη συνείδηση ή στην εγρήγορση.

Συνώνυμα

ξύπνημα αφύπνισμα έγερση εγρήγορση διέγερση επίγνωση ενεργοποίηση συνειδητοποίηση φώτιση ενημέρωση επαγρύπνηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αφύπνιση του μωρού ήταν ήσυχη σήμερα το πρωί.
  • Η αφύπνιση του ασθενούς μετά την επέμβαση ήταν ομαλή.
  • Η αφύπνιση της κοινής γνώμης συνέβη μετά τις αποκαλύψεις.
  • Η αφύπνιση του πνεύματος άλλαξε τη ζωή της.
  • Με μια ξαφνική αφύπνιση, κατάλαβε το λάθος του.