προγραμματισμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία σχεδιασμού, σύνταξης και δοκιμής σειρών εντολών που επιτρέπουν σε υπολογιστικά συστήματα ή εφαρμογές να εκτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες και να επιλύουν προβλήματα.
Συνώνυμα
σχεδιασμός οργάνωση πρόγραμμα χρονοπρογραμματισμός κωδικοποίηση υλοποίηση πλάνο προετοιμασία χρονοδιάγραμμα ανάπτυξη προδιαγραφή διαμόρφωση ρύθμιση σύνταξη στρατηγική μεθοδικότητα συστηματικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προγραμματισμός εφαρμογών απαιτεί λογική και υπομονή.
- Ο προγραμματισμός των ραντεβού έγινε χθες το απόγευμα.
- Ο προγραμματισμός του φεστιβάλ ολοκληρώθηκε νωρίς.
- Ο σωστός προγραμματισμός της μελέτης βοηθά τους μαθητές.
- Στον τουρισμό, ο προγραμματισμός των δρομολογίων είναι κρίσιμος.