ανεργία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία άτομα ή τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού δεν έχουν απασχόληση, ενώ είναι διαθέσιμα και αναζητούν εργασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανεργία αυξήθηκε το τελευταίο εξάμηνο και ανησυχεί τους πολίτες.
  • Μετά την απόλυση, έμεινε σε ανεργία για πάνω από ένα χρόνο.
  • Η ανεργία των νέων απαιτεί στοχευμένα μέτρα από την κυβέρνηση.
  • Οι νέες επενδύσεις βοήθησαν να μειωθεί η ανεργία στην περιοχή.
  • Πολλές οικογένειες δυσκολεύονται λόγω της ανεργίας.
  • Η παρατεταμένη ανεργία επηρεάζει την ψυχική υγεία και την κοινωνική συνοχή.