συμφωνία

ουσιαστικό

1. Γραπτή ή προφορική συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή φορέων που καθορίζει κοινά αποδεκτούς όρους, υποχρεώσεις και δεσμεύσεις.

2. Κατάσταση συναίνεσης ή συμβατότητας απόψεων, επιθυμιών ή σκοπών μεταξύ ατόμων ή ομάδων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπογράψαμε τη συμφωνία χθες και η συνεργασία ξεκινά άμεσα.
  • Οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.
  • Δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής.
  • Η συμφωνία της ορχήστρας στο τέλος του έργου συγκίνησε το κοινό.
  • Οι ενέργειές μας έγιναν σε συμφωνία με τους όρους του συμβολαίου.