αντιδικία

άλλο

Διαφορά ή σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή πλευρές, κυρίως για ένα θέμα, δικαίωμα ή συμφέρον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αντιδικία έφτασε στα δικαστήρια.
  • Οι δύο εταιρείες είχαν έντονη αντιδικία για τα δικαιώματα του εμπορικού σήματος.
  • Η αντιδικία κράτησε χρόνια πριν επιτευχθεί συμβιβασμός.
  • Παρότι η αντιδικία ξεκίνησε για τυπικούς λόγους, έγινε προσωπική.
  • Η δικηγόρος μας εξήγησε ότι η αντιδικία αφορά την ιδιοκτησία της έκτασης.