αντιδιαστολή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή αποτέλεσμα κατά το οποίο δύο ή περισσότερα στοιχεία, ιδέες ή καταστάσεις εμφανίζουν διακριτά χαρακτηριστικά, ώστε να καθίσταται σαφής η διαφοροποίησή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντιδιαστολή μεταξύ φωτός και σκιάς στον πίνακα δίνει βάθος.
- Σε συζήτηση, η αντιδιαστολή των απόψεων βοήθησε να ξεκαθαριστούν τα επιχειρήματα.
- Ο ποιητής χρησιμοποίησε την αντιδιαστολή για να τονίσει το τραγικό και το καθημερινό.
- Στη λογική, η αντιδιαστολή δύο εννοιών απαιτεί σαφήνεια στον ορισμό τους.
- Η έντονη αντιδιαστολή χρωμάτων στην αφίσα τραβάει αμέσως το βλέμμα.