τριβή
ουσιαστικό1. Δύναμη που αντιστέκεται στη σχετική κίνηση δύο επιφανειών όταν αυτές βρίσκονται σε επαφή.
2. Διαδικασία ή πράξη του τρίψιμου δύο σωμάτων, που μπορεί να παράγει θερμότητα και να προκαλέσει φθορά.
Συνώνυμα
τρίψιμο φθορά αποτριβή επαφή αντίσταση σύγκρουση διένεξη διαμάχη διαφωνία αψιμαχία αντιπαράθεση τσακωμός καυγάς συναναστροφή επικοινωνία τριβές αλληλεπίδραση εμπειρία έριδα παρεξήγηση μικροδιαφωνία άγγιγμα διχογνωμία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τριβή μεταξύ των τροχών και του δρόμου είναι σημαντική για την ασφάλεια.
- Η τριβή του υφάσματος στο δέρμα του προκάλεσε ερεθισμό.
- Με τη συνεχή τριβή τα παπούτσια φθείρονται.
- Υπήρξε τριβή ανάμεσα στους συναδέλφους λόγω διαφορετικών απόψεων.
- Έχει τριβή σε διεθνή έργα και γνωρίζει τις διαδικασίες.