σύμφωνο
ουσιαστικό1. Έγγραφο ή ρύθμιση με νομική ή συμφωνημένη ισχύ που καθορίζει υποχρεώσεις, δικαιώματα και όρους μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων ή φορέων.
Συνώνυμα
συμφωνία συμφωνητικό συναίνεση συμβόλαιο συνθήκη συνεννόηση σύμβαση συμβιβασμός συμφωνημένος συμφωνικό μνημόνιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σύμφωνο 'β' προφέρεται με επαφή των χειλιών.
- Υπέγραψαν ένα σύμφωνο συνεργασίας ανάμεσα στις δύο εταιρείες.
- Το σύμφωνο συμβίωσης τους εξασφαλίζει κοινά οικονομικά δικαιώματα.
- Το δημοτικό συμβούλιο ήταν σύμφωνο στην απόφαση.
- Κάθε γράμμα κατατάσσεται είτε ως σύμφωνο είτε ως φωνήεν.