μπίζνα
ουσιαστικό1. Εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα που αποσκοπεί σε οικονομικό κέρδος, είτε ως οργανωμένη επιχείρηση είτε ως μικρότερη εμπορική πράξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μπίζνα της εταιρείας μεγαλώνει κάθε χρόνο.
- Έστησαν μια μπίζνα στο παζάρι για να πουλήσουν παλιά πράγματα.
- Η μπίζνα που πρότεινε μοιάζει με ύποπτο κόλπο.
- Αν θέλεις κέρδος γρήγορα, αυτή η μπίζνα μπορεί να σου φέρει χρήματα, αλλά ρισκάρεις.
- Δεν κάνω μπίζνα με φίλους για να μην χαλάσει η σχέση μας.