συναγωνισμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή κατάσταση στην οποία άτομα, ομάδες ή οργανισμοί προσπαθούν να υπερισχύσουν ο ένας του άλλου με βάση ικανότητες, επιδόσεις ή πόρους σε συγκεκριμένο τομέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συναγωνισμός στο γήπεδο ήταν έντονος μέχρι το τελευταίο λεπτό.
- Στην αγορά υπάρχει έντονος συναγωνισμός ανάμεσα στις εταιρείες για την προτίμηση των καταναλωτών.
- Ο συναγωνισμός μεταξύ των μαθητών ανέβασε το επίπεδο των εξετάσεων.
- Στη δημοτική εκλογή υπήρξε σκληρός συναγωνισμός μεταξύ των υποψηφίων.
- Η κοινότητα ενθαρρύνει τον συναγωνισμό στην καινοτομία χωρίς αθέμιτες πρακτικές.