τσακωμός
ουσιαστικό1. Έντονη διαφωνία ή λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, που εκδηλώνεται με θυμό, προσβολές ή ανταλλαγή κατηγοριών και μπορεί να συνοδεύεται από σωματική ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τσακωμός ανάμεσα στους γονείς του τον στεναχώρησε.
- Στο γραφείο έγινε τσακωμός για την κατανομή των καθηκόντων.
- Μην γελάς, ήταν απλώς ένας τσακωμός μεταξύ φίλων.
- Ο τσακωμός για τα κληρονομικά κράτησε χρόνια.
- Μην αφήσετε τον τσακωμό να χαλάσει τη γιορτή.