ομόνοια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση αρμονικής συμφωνίας και συνεργασίας μεταξύ ατόμων ή ομάδων, όπου επικρατεί αμοιβαία κατανόηση, σεβασμός και απουσία ενδοομαδικών συγκρούσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ελπίζουμε να επικρατήσει ομόνοια στην κοινότητά μας μετά τις πρόσφατες διαφωνίες.
  • Οι πολιτικοί κάλεσαν σε συνεννόηση και επιδίωξαν την ομόνοια για το νέο νομοσχέδιο.
  • Η ομόνοια ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας έγινε εμφανής μετά τη συμφιλίωση.
  • Περπατήσαμε στην πλατεία της Ομόνοιας το απόγευμα.
  • Οι οπαδοί της Ομόνοιας γιόρτασαν τη νίκη της ομάδας.