έχθρα
ουσιαστικόΒαθιά και παρατεταμένη αρνητική διάθεση ή στάση απέναντι σε πρόσωπο, ομάδα ή ιδέα, που συχνά εκδηλώνεται με εχθρική συμπεριφορά, επιθετικότητα ή επιδίωξη βλάβης.
Συνώνυμα
εχθρότητα εχθρικότητα μίσος αντιπάθεια μνησικακία αντιπαλότητα βεντέτα διχόνοια μισαλλοδοξία απέχθεια κακία μοχθηρία εκδικητικότητα μισανθρωπία έριδα έρις
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έχθρα ανάμεσά τους εμπόδιζε κάθε συνεργασία.
- Η έχθρα χρόνων ανάμεσα στις δύο οικογένειες ξέσπασε ξανά.
- Η έχθρα ανάμεσα στα κράτη οδήγησε σε διπλωματική κρίση.
- Δεν πρέπει να τρέφουμε έχθρα.
- Η έχθρα μεταξύ των μαρτύρων επηρέασε την απόφαση του δικαστηρίου.