μνημόνιο

ουσιαστικό

1. Γραπτή σύντομη σημείωση ή καταγραφή που προορίζεται να θυμίζει, να πληροφορεί ή να μεταφέρει δεδομένα, οδηγίες ή αποφάσεις.

2. Έγγραφο σύντομης μορφής για εσωτερική επικοινωνία ή ενημέρωση μεταξύ τμημάτων, υπηρεσιών ή προσώπων.

Συνώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έγραψε ένα μνημόνιο με τις εργασίες που πρέπει να ολοκληρωθούν μέχρι την Παρασκευή.
  • Η κυβέρνηση υπέγραψε το μνημόνιο με τους διεθνείς δανειστές.
  • Οι εταιρείες υπέγραψαν το μνημόνιο συνεργασίας για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
  • Ο δικηγόρος κατέθεσε στο δικαστήριο ένα μνημόνιο που συνοψίζει τα επιχειρήματά του.
  • Στο αρχείο της υπηρεσίας υπάρχει ένα παλιό μνημόνιο που εξηγεί τις αποφάσεις της διοίκησης.