συνεννόηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία επικοινωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων ή ομάδων με σκοπό την επίτευξη κοινής κατανόησης, την καθιέρωση συμφωνίας ή τον καθορισμό κοινών ενεργειών.
Συνώνυμα
επικοινωνία κατανόηση συμφωνία συναίνεση συντονισμός προσυνεννόηση αρμονία διάλογος διπλωματία ομοφωνία ομόνοια συμβιβασμός συνδιάλεξη συνδιαλλαγή συνθήκη συζήτηση καρτέλ συνωμοσία συμπόρευση σύμφωνο διευθέτηση διαβούλευση διαπραγμάτευση συνεργασία ενημέρωση τακτοποίηση συνομολόγηση ενότητα σύμπνοια συμμαχία ομοψυχία συμπαράταξη
Αντώνυμα
παρεξήγηση ασυνεννοησία έριδα αναμέτρηση αντιπαράθεση ασυμφωνία παρανόηση συμπλοκή σύγκρουση τσακωμός κόντρα διαμάχη καυγάς διαξιφισμός διαπληκτισμός τριβή διαφωνία αντίθεση σύγχυση μπέρδεμα αποξένωση αντιπαλότητα διένεξη διχογνωμία συναγωνισμός σύρραξη διαγωνισμός πάλη μονομαχία έρις αντιδικία αντιλογία διχασμός διχόνοια καβγάς σιωπή αποσυντονισμός αλαλούμ ανταγωνισμός σχίσμα εκδίκηση εξέγερση πόλεμος αδιαλλαξία αντίποινα αντίφαση
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεννόηση μεταξύ των συναδέλφων ήταν άμεση και αποτελεσματική.
- Χρειάζεται συνεννόηση για να οργανώσουμε το πρόγραμμα.
- Χωρίς συνεννόηση τα ραντεβού θα μπερδευτούν.
- Υπήρξε προφορική συνεννόηση με τον προμηθευτή για την παράδοση των υλικών.
- Με λίγη συνεννόηση μπορούμε να αποφύγουμε παρεξηγήσεις.
- Η συνεννόηση σε έκτακτες καταστάσεις πρέπει να είναι σαφής και γρήγορη.