διαφορά
ουσιαστικό1. Σχέση ή κατάσταση που δείχνει ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα, αντικείμενα, ιδιότητες ή καταστάσεις δεν είναι όμοια ή ισότιμες μεταξύ τους.
2. Μαθηματική ποσότητα που προκύπτει από την αφαίρεση ενός αριθμού από έναν άλλο.
Συνώνυμα
διαφωνία ασυμφωνία περιθώριο διένεξη διαμάχη αντιπαράθεση τσακωμός καβγάς διάσταση απόκλιση χάσμα διάκριση ετερότητα σχίσμα αντίθεση τάση προβάδισμα αντιδιαστολή αντιδικία παρεξήγηση κενό άνοιγμα απόσταση διαφοροποίηση διχοστασία έρις έρριδα βεντέτα υπόλοιπο ζήτημα παράφωνία διχογνωμία σύγκρουση αναντιστοιχία ανισότητα εκκρεμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαφορά ανάμεσα στους δύο αριθμούς είναι πέντε.
- Η διαφορά μεταξύ των δύο προϊόντων είναι εμφανής.
- Είχαν μια μικρή διαφορά σχετικά με το πρόγραμμα.
- Η διαφορά ώρας ανάμεσα στις δύο πόλεις είναι δύο ώρες.
- Η συνεισφορά του έκανε πραγματική διαφορά στην ομάδα.