συνθήκη

ουσιαστικό

1. Προϋπόθεση ή όρος που τίθεται ώστε ένα γεγονός, μια ενέργεια ή μια διαδικασία να πραγματοποιηθεί, να ισχύσει ή να θεωρηθεί έγκυρη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε χθες ανάμεσα στις δύο χώρες.
  • Οι συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο βελτιώθηκαν μετά τους ελέγχους.
  • Η συμφωνία περιλάμβανε τη συνθήκη ότι το έργο θα παραδοθεί εντός έξι μηνών.
  • Η συνθήκη σύγκλισης για τη σειρά είναι ότι οι όροι τείνουν στο μηδέν.
  • Λόγω των καιρικών συνθηκών, η εκδρομή αναβλήθηκε.