αντιπαράθεση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα άτομα ή ομάδες εκφράζουν και υπερασπίζονται αντικρουόμενες απόψεις με λόγο, επιχειρήματα ή πράξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πολιτικών κορυφώθηκε χθες.
  • Μια έντονη αντιπαράθεση ξέσπασε στο δικαστήριο σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία.
  • Στο γήπεδο, η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ομάδων κράτησε ως το τέλος.
  • Στη βιβλιοπαρουσίαση αναπτύχθηκε μια θεωρητική αντιπαράθεση για την ερμηνεία του κειμένου.
  • Η αντιπαράθεση ιδεών στην ομάδα βοήθησε να βρεθεί μια πιο δημιουργική λύση.