απειλή

ουσιαστικό

1. Δήλωση ή ενέργεια που εκφράζει πρόθεση να προκληθεί βλάβη, κακό ή τιμωρία σε κάποιον ή κάτι, συχνά με σκοπό τον εκφοβισμό ή τον εξαναγκασμό.

Συνώνυμα

τελεσίγραφο εκβιασμός εκφοβισμός προειδοποίηση φοβέρα εξαναγκασμός επιβουλή κίνδυνος φόβητρο μπαμπούλας νταηλίκι πίεση επίθεση τρομοκρατία απειλητικότητα βία επικινδυνότητα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απειλή στο μήνυμα τον έκανε να ανησυχήσει.
  • Η κλιματική αλλαγή αποτελεί απειλή για τα παράκτια οικοσυστήματα.
  • Κατέγραψαν την απειλή στην αναφορά προς την αστυνομία.
  • Μια μικρή απειλή μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία ενός παιδιού.
  • Η κυβέρνηση ανησυχεί για τη στρατιωτική απειλή στα σύνορα.