εναρμόνιση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία διαφορετικά στοιχεία, κανόνες ή παράμετροι προσαρμόζονται και συντονίζονται ώστε να λειτουργούν αρμονικά ή σύμφωνα μεταξύ τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εναρμόνιση των νόμων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρώθηκε.
  • Η εταιρεία ανακοίνωσε την εναρμόνιση των διαδικασιών της με τα διεθνή πρότυπα.
  • Η εναρμόνιση της φωνής με το πιάνο δημιούργησε όμορφο αποτέλεσμα.
  • Απαιτείται εναρμόνιση μεταξύ των τμημάτων για την υλοποίηση του έργου.
  • Η εναρμόνιση των δεδομένων μεταξύ των συστημάτων βελτίωσε την ακρίβεια των αναφορών.