ποινή
ουσιαστικό1. Μέτρο που επιβάλλεται από δικαστική ή διοικητική αρχή ως συνέπεια παράβασης νόμου ή κανονισμού, με σκοπό την αποκατάσταση της δικαιοσύνης και την αποτροπή νέων παραβάσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικαστής επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα ετών.
- Στον παίκτη επιβλήθηκε ποινή αποκλεισμού τριών αγωνιστικών.
- Η εταιρεία κλήθηκε να πληρώσει ποινή για παραβίαση των περιβαλλοντικών νόμων.
- Η αμέλεια στην εργασία του επέφερε ποινή: την απώλεια της θέσης.
- Για εκείνη, η μοναξιά είχε γίνει ποινή αβάσταχτη.