επιγραφή

ουσιαστικό

1. Κείμενο χαραγμένο, ζωγραφισμένο ή γραμμένο πάνω σε επιφάνεια που δηλώνει όνομα, αφιέρωση, πληροφορία ή οδηγία.

2. Ένδειξη τοποθετημένη σε αντικείμενο, κτήριο ή μνημείο για την αναγνώριση, περιγραφή ή πληροφόρηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιγραφή στο μνημείο αναφέρει τα ονόματα των πεσόντων.
  • Η επιγραφή του καταστήματος ήταν φωτεινή και ευδιάκριτη.
  • Η επιγραφή στη συσκευασία ενημέρωνε για τα συστατικά.
  • Η επιγραφή του κεφαλαίου περιγράφει το θέμα συνοπτικά.
  • Διάβασα την επιγραφή στον τάφο και συγκινήθηκα.
  • Η επιγραφή ήταν χαραγμένη με λεπτομέρεια πάνω στην πέτρα.