δώρημα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή υπηρεσία που προσφέρεται χωρίς αντίτιμο σε κάποιον ως έκφραση φιλίας, ευγνωμοσύνης ή εορτασμού.
2. Χρηματική ή υλική παροχή που δίδεται σε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργανισμό με σκοπό την ενίσχυση, βοήθεια ή στήριξη δραστηριότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαμά έφερε ένα δώρημα για τον μπαμπά.
- Το μουσείο δέχτηκε ένα πολύτιμο δώρημα από έναν ιδιώτη.
- Η εταιρεία έκανε ένα μεγάλο δώρημα στη φιλανθρωπική οργάνωση.
- Η οικογένεια αποφάσισε το δώρημα των οργάνων του.
- Πολλοί θεωρούν το ταλέντο του ως φυσικό δώρημα.