αμοιβή
ουσιαστικό1. Ποσό χρημάτων ή είδους που καταβάλλεται σε κάποιον για την παροχή εργασίας, υπηρεσίας ή εκτέλεση έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αμοιβή για τη μετάφραση θα καταβληθεί στο τέλος του μήνα.
- Ζήτησε δίκαιη αμοιβή για τις υπερωρίες που έκανε.
- Η αμοιβή του δικηγόρου συμφωνήθηκε πριν από την έναρξη της υπόθεσης.
- Έλαβε μια μικρή αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έρευνα.
- Σε ορισμένες δουλειές η αμοιβή πληρώνεται ανά έργο και όχι ανά ώρα.